Πίσω

Ο διορισμός του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: ο ρόλος των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων

Ο διορισμός του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: ο ρόλος των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων

11/03/11

Wojciech Gagatek

Αναπληρωτής Καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Βαρσοβίας και συνεργάτης του Παρατηρητηρίου Πολιτικών Κομμάτων και Αντιπροσώπευσης που εδρεύει στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

Στις ακαδημαϊκές και πολιτικές συζητήσεις σχετικά με το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα είναι ο  διορισμός  του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Υποστηρίζεται ότι ένας τρόπος προκειμένου να αποκτήσουν οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο περαιτέρω ενδιαφέρον θα ήταν να αλλάξει η διαδικασία διορισμού έτσι ώστε ο Πρόεδρος της Επιτροπής να εκλέγεται είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (βάσει της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας) είτε, στην πιο επαναστατική εκδοχή, από όλους τους Ευρωπαίους πολίτες (Hix, 2008). Ωστόσο, ένα βασικό εμπόδιο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο παραμένει το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την εποχή της ίδρυσής της, εθεωρείτο ως ένα ανεξάρτητο όργανο, πρωτίστως αποτελούμενο από τεχνοκράτες, το οποίο όφειλε να βρίσκεται υπεράνω όλων των πολιτικών διαιρέσεων, να αποτελεί το φύλακα της κοινοτικής νομοθεσίας και να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ως σύνολο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής και οι επίτροποι δεν είναι πολιτικοί, ή τουλάχιστον ότι δεν απολαμβάνουν πολιτικής υποστήριξης. Μάλλον το αντίθετο: ο διορισμός τους εξαρτάται απόλυτα από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της Ε.Ε. και ακολούθως, ως Κολλέγιο των Επιτρόπων, εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παρόλα αυτά, μόλις καταστούν μέλη της Επιτροπής, αναμένεται να αφήσουν κατά μέρους τις εθνικές, κομματικές και πολιτικές τους διασυνδέσεις.

Για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, όπως το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ – European People’s Party / EPP) ή το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ – Party of European Socialists / PES), μία τέτοια προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα στον προσδιορισμό του δικού τους ρόλου. Μολονότι όλοι αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί αυτοαποκαλούνται πλέον «κόμματα», σύμφωνα με τους καθιερωμένους ορισμούς της πολιτικής επιστήμης δεν αποτελούν τυπικά πολιτικά κόμματα, δεδομένου ότι δεν θέτουν  την υποψηφιότητά τους για την απόκτηση εξουσίας μέσω εκλογών. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα που σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΕΣΚ, το ΕΛΚ και οι Ευρωπαίοι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες (ΕΦΔ – European Liberal Democrats / ELDR) συχνά ισχυρίζονται ότι αντιπροσωπεύονται από συγκεκριμένο αριθμό Επιτρόπων. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα δεσμό ανάμεσα στον Επίτροπο που διορίζεται από ένα κράτος μέλος και στον κομματικό προσανατολισμό της κυβέρνησης του συγκεκριμένου κράτους. Για παράδειγμα, εάν η ελληνική σοσιαλιστική κυβέρνηση διορίσει έναν επίτροπο (το 2009 τη Μαρία Δαμανάκη), τότε όλοι τείνουν να υποθέτουν ότι αυτός ο επίτροπος αντιπροσωπεύει επίσης το ΕΣΚ επειδή το ΠΑΣΟΚ είναι μέλος του ΕΣΚ. Οι επίτροποι, ωστόσο, συνήθως δεν δίνουν έμφαση στον πολιτικό τους ρόλο, αλλά αντίθετα επικεντρώνονται στην ειδίκευση και στα προσόντα που τους επιτρέπουν να ανταποκρίνονται επιτυχώς στο ρόλο του επιτρόπου. Ο δεσμός ανάμεσα στους επιτρόπους και στα ευρωπαϊκά κόμματα δεν είναι κατά κανένα τρόπο συγκρίσιμος με αυτόν ανάμεσα στους εθνικούς υπουργούς και τα κόμματά τους, οπότε ένας υπουργός είναι αναμενόμενο να εφαρμόζει το κομματικό πρόγραμμα και βασίζεται στην κομματική υποστήριξη προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του. 

Αυτό το σημείο μάς οδηγεί στο βασικό εμπόδιο,  στη θεσμική δομή της Ε.Ε., το οποίο καθιστά τόσο δύσκολη την ανάπτυξη κομματικών πολιτικών στο επίπεδο της Ε.Ε. Εάν οι επίτροποι είναι στην πραγματικότητα απολιτικοί και εάν αντιπροσωπεύουν όλες τις αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος, η ανάπτυξη μίας τυπικά ανταγωνιστικής προσέγγισης κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, είναι αρκετά περίπλοκη. Προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία, η Επιτροπή δεν χρειάζεται την υποστήριξη των πολιτικών κομμάτων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο˙ και για αυτό το λόγο οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διεξάγονται στη βάση των πρακτικών που εφαρμόζει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, μέχρι στιγμής τα ευρωπαϊκά κόμματα δεν έχουν διαμορφώσει τις εκλογικές τους εκστρατείες γύρω από την έγκριση ή την κριτική της προηγούμενης Επιτροπής (όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση των κρατών μελών με τα κυβερνόντα και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα), αλλά αντίθετα επικεντρώθηκαν στις ιδέες και στις λύσεις τους για την Ε.Ε. χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στο προηγούμενο κυβερνητικό έργο. Πώς μπορούν, επομένως, να βρουν τη θέση τους σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του διορισμού του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής; Αυτό το σύντομο άρθρο εστιάζει στο συγκεκριμένο πρόβλημα, αναλύοντας την περίπτωση του πιο πρόσφατου διορισμού του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο που πραγματοποιήθηκε το 2009. 

Ο διορισμός του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2009 για την ανάδειξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Από τις ευρωεκλογές του 2009 και μετά, εξαιτίας του συνδυασμού νομικών και πολιτικών περιστάσεων, ο διορισμός του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξαρτάται πολύ περισσότερο από το ποια πολιτική οικογένεια –δηλαδή ποιο πολιτικό κόμμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο– κερδίζει τις εκλογές και αναδεικνύεται ως η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ήδη από τον Ιανουάριο του 2009, λίγους μήνες πριν από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών, ο Πρόεδρος του ΕΛΚ Βίλφριντ Μάρτενς ξεκαθάρισε ότι, ανεξάρτητα από το ποια πολιτική οικογένεια θα επικρατούσε στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η νικήτρια θα είχε το δικαίωμα να προτείνει τον υποψήφιό της για την προεδρία της Επιτροπής (Martens, 2009). Περίπου την ίδια περίοδο, ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο διευκρίνισε ότι επιθυμούσε να παραμείνει στη θέση του Προέδρου της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, μολονότι επίσημα ανεξάρτητος, ο Μπαρόζο δεν αρνήθηκε την πολιτική του διασύνδεση με το ΕΛΚ, συμμετέχοντας συχνά στις δραστηριότητές του και απολαμβάνοντας σε αντάλλαγμα την υποστήριξή του. Ακόμα σημαντικότερο, το ΕΛΚ, κατά τη διάρκεια της συνόδου του της 16ης Μαρτίου 2009, παρείχε την επίσημη υποστήριξή του στην υποψηφιότητα του Μπαρόζο για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ το ίδιο έπραξε στο τέλος Απριλίου του ίδιου έτους το Συνέδριο του ΕΛΚ που πραγματοποιήθηκε στη Βαρσοβία. Αυτή η πρωτοβουλία, ωστόσο, αντιμετωπίστηκε από τους αντιπάλους του ΕΛΚ ως μία παραταξιακή πρόταση, απέναντι στην οποία όφειλαν να αντιπαραβάλουν τον δικό τους υποψήφιο. Η ιδέα ότι το ΕΣΚ θα έπρεπε να προτείνει τον δικό του υποψήφιο επλανάτο στην ατμόσφαιρα για χρόνια, αλλά τα κόμματα μέλη του ΕΣΚ ήταν διαιρεμένα ως προς το κατά πόσο αυτή ήταν η ενδεδειγμένη στρατηγική για την τελική εξασφάλιση του εν λόγω αξιώματος. Η θέση του Προέδρου της Επιτροπής θεωρείται ένα ακομμάτιστο λειτούργημα και για αυτό το λόγο ο κομματικός του χρωματισμός ίσως αποδεικνυόταν αντιπαραγωγικός. Ως αποτέλεσμα, το ΕΣΚ εστίασε την προσοχή του στην άσκηση κριτικής στις πολιτικές του Μπαρόζο και ανέμενε τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών προκειμένου να καταλήξει στην πρόταση ή όχι ενός ανθυποψήφιου Προέδρου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πρωτοβουλία πέρασε στα χέρια των Ευρωπαίων Πρασίνων. Λίγο πριν το δικό τους εκλογικό συνέδριο, το οποίο έλαβε χώρα στο τέλος Μαρτίου 2009, η πολιτική τους ομάδα εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξέδωσε μία ξεκάθαρη απόφαση με τον τίτλο «Σταματήστε τον Μπαρόζο» (EGP, 2009). Η απόφαση απαριθμούσε 25 λόγους για τους οποίους εναντιώνονταν στην υποψηφιότητα του Μπαρόζο: μεταξύ άλλων συγκαταλέγονταν η παθητική αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, η άκριτη απελευθέρωση των αγορών με θύμα την κοινωνική πολιτική, η παραμέληση της κλιματικής αλλαγής και η αποτυχία προώθησης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ε.Ε. Οι Πράσινοι πίστευαν ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής δεν έπρεπε να επαναδιοριστεί χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η προηγούμενη επίδοσή του. Κατά τη γνώμη τους, το γεγονός ότι το ΕΛΚ και ορισμένοι αρχηγοί κυβερνήσεων (μεταξύ αυτών και ορισμένοι σοσιαλιστές) υποστήριζαν την υποψηφιότητα του Μπαρόζο χωρίς να γνωρίζουν τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, «προκαταλάμβανε τα αποτελέσματα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Οι κυριότεροι Πράσινοι πολιτικοί, όπως ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, διευκρίνιζαν ότι, δεδομένου του μεγέθους τους, οι Πράσινοι δεν ήταν σε θέση να προτείνουν τον δικό τους υποψήφιο για την προεδρία της Επιτροπής, αλλά ενθάρρυναν τον Πρόεδρο του ΕΣΚ Πάουλ Νύρουπ Ράσμουσεν να θέσει υποψηφιότητα στη βάση ενός συνασπισμού σοσιαλιστών, φιλελεύθερων, Πράσινων και κομμουνιστών. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι τέσσερις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσκείμενες στο ΕΣΚ –η πορτογαλική, η ισπανική, η βρετανική και η βουλγαρική– υποστήριζαν ανοιχτά τον Μπαρόζο ήδη πριν από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών, καθιστούσε δύσκολη για το ΕΣΚ όχι μόνο την ανεύρεση ενός δικού του ανθυποψηφίου, αλλά ακόμα και την απόφαση για το εάν το ΕΣΚ θα έπρεπε καν να προτείνει οποιονδήποτε υποψήφιο. Τελικά, το ζήτημα λύθηκε ως αποτέλεσμα των πολύ απογοητευτικών εκλογικών αποτελεσμάτων για τους σοσιαλιστές, γεγονός που τους στέρησε οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση προώθησης δικής τους υποψηφιότητας για την προεδρία της Επιτροπής.

Οι σκληρές διαπραγματεύσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Μετά τις ευρωεκλογές, ο Μπαρόζο υποστηρίχθηκε πλήρως από το ΕΛΚ (265 ευρωβουλευτές) και τη νεοπαγή Ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ΕΣΜ – European Conservatives and Reformists / ECR) (54 ευρωβουλευτές). Σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες κανόνες της Συνθήκης της Νίκαιας, προκειμένου να εκλεγεί, ο Μπαρόζο αρκούσε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των παρόντων. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας (που εκείνη την εποχή αναμενόταν να τεθεί σε ισχύ κατόπιν του εικαζόμενου θετικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία στις αρχές Οκτωβρίου), θα χρειαζόταν την απόλυτη πλειοψηφία (δηλ. το 50% +1 του συνολικού αριθμού των ευρωβουλευτών) των συνολικά 369 ευρωβουλευτών. Δεδομένου ότι ορισμένοι ευρωβουλευτές ζητούσαν την επανάληψη της ψηφοφορίας όταν η Συνθήκη της Λισαβόνας θα ετίθετο σε ισχύ, η εξασφάλιση της ψήφου της απόλυτης πλειοψηφίας των 369 ευρωβουλευτών θα έδινε στον Μπαρόζο μεγαλύτερη νομιμοποίηση. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, εκτός από τις ψήφους του ΕΛΚ και των ΕΣΜ, χρειαζόταν επίσης τουλάχιστον της Συμμαχίας των Φιλελεύθερων και των Δημοκρατών για την Ευρώπη (ΣΦΔΕ – Alliance of Liberal and Democrats for Europe / ALDE) (84 ευρωβουλευτές). Παρά τη γενικά αρνητική τοποθέτηση της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (ΣκΔ – Socialists and Democrats / S&D) (184 ευρωβουλευτές), η οποία είχε προκύψει από το ΕΣΚ, ο Μπαρόζο μπορούσε επίσης να υπολογίζει σε εκείνους του σοσιαλιστές ευρωβουλευτές, των οποίων τα εθνικά κόμματα ή οι κυβερνήσεις υποστήριζαν την υποψηφιότητά του. Τέλος, ήταν σαφές ότι, για διάφορους λόγους, δεν μπορούσε να υπολογίζει καθόλου στην υποστήριξη των Πράσινων (55 ευρωβουλευτές), των Κομμουνιστών (35 ευρωβουλευτές) και των Ευρωσκεπτικιστών (32 ευρωβουλευτές). Αλλά πάνω απ’ όλα, έπρεπε να επιλέξει μία ισορροπημένη στρατηγική προκειμένου να διασφαλίσει την κατάλληλη αναγνώριση των δικαιωμάτων του Κοινοβουλίου συνολικά. Γι’ αυτό, ήταν σημαντικό να απευθύνεται σε όλα τα πολιτικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σχετικά με τη θέση της Ομάδας των ΣΦΔΕ, ήδη πριν από τις εκλογές, ο τότε ηγέτης τους, Γκρέιαμ Γουάτσον, έθεσε ως όρο προκειμένου να παράσχουν την υποστήριξή τους στην υποψηφιότητα Μπαρόζο (και μία πρόωρη ψήφο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις αρχές Ιουλίου) την προηγούμενη συμφωνία για το διαμοιρασμό της προεδρίας του Κοινοβουλίου μεταξύ του ΕΛΚ και των ΣΦΔΕ, αντί μεταξύ του ΕΛΚ και του ΕΣΚ. Αυτή η συμφωνία δεν επετεύχθη, εν μέρει επειδή το ΕΛΚ δεν ήθελε να διαλύσει τον μεγάλο συνασπισμό, και εν μέρει επειδή υπό τη νέα ηγεσία του Γκυ Βερχόφσταντ (ο οποίος αντικατέστησε τον Γουάτσον) οι ΣΦΔΕ απέρριψαν μία δεξιόστροφη συμμαχία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επίσης σημαντικό ήταν το γεγονός ότι, αντίθετα με τον Γουάτσον, ο Βερχόφσταντ φερόταν να είναι επιφυλακτικός σχετικά με τον Μπαρόζο και κάποια στιγμή προβλήθηκε από τον Τύπο ακόμα και ως πιθανός υποψήφιος εναντίον του Μπαρόζο. Ωστόσο, ο Βερχόφσταντ αρνήθηκε ότι προσπαθούσε να υπονομεύσει την υποψηφιότητα του Μπαρόζο, αλλά αντίθετα υποστήριξε ότι ήθελε να είναι βέβαιος πως ο νέος Πρόεδρος της Επιτροπής είχε το σωστό πρόγραμμα για τα επόμενα πέντε χρόνια (Taylor, 2009). Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ομάδα των ΣΦΔΕ συνέπραξε με τους Σοσιαλιστές και τους Πράσινους, επιτυγχάνοντας αρχικά την αναβολή της ψηφοφορίας από τον Ιούλιο (όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί) τουλάχιστον έως το Σεπτέμβριο, και απαιτώντας κατόπιν από τον Μπαρόζο να παρουσιάσει ένα γραπτό πρόγραμμα για τα πέντε χρόνια που θα παρέμενε στην προεδρία.

Απαντώντας, το Σεπτέμβριο ο Μπαρόζο παρουσίασε ένα κείμενο 41 σελίδων, όπου απαριθμούνταν οι προτεραιότητές του για τα επόμενα πέντε χρόνια. Πέρα από την προσπάθειά του να προσφέρει ένα πολύ ισορροπημένο πρόγραμμα, το οποίο περιείχε κάποια στοιχεία από τα προγράμματα τόσο των ΣΦΔΕ όσο και των ΣκΔ, ο Μπαρόζο προσδιόρισε την Επιτροπή ως πολιτική, αλλά όχι κομματική, και προσέφερε στο Κοινοβούλιο «μία ειδική σχέση» στην ιεράρχηση των πολιτικών προτεραιοτήτων. Ο Μπαρόζο εμφανιζόταν έτσι ενώπιον όλων των πολιτικών ομάδων προκειμένου να τις πείσει να τον υποστηρίξουν. Απαντώντας στις κατηγορίες ότι είχε εξαιρετικά συντηρητικές απόψεις, σημείωσε ότι «το κόμμα μου ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, επομένως θα μπορούσα να θεωρηθώ κεντροδεξιός, αλλά δεν είμαι συντηρητικός. Όχι ότι είναι έγκλημα να είναι κάποιος συντηρητικός, αλλά εγώ δεν είμαι… Είμαι κεντρώος μεταρρυθμιστής» (Philips, 2009). Λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία (η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 16 Σεπτεμβρίου), ο Μπαρόζο κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της Ομάδας των ΣΦΔΕ (εκτός από 14 ευρωβουλευτές του γαλλικού Δημοκρατικού Κινήματος – Mouvement Démocrate / MoDem). Ο Μπαρόζο ευνοήθηκε επίσης από το γεγονός ότι οι ΣκΔ ήταν βαθύτατα διαιρεμένοι ως προς το εάν θα τον καταψήφιζαν. Ήταν, ωστόσο, σαφές ότι μικρότερες ομάδες, όπως π.χ. οι Πράσινοι, οι Κομμουνιστές και οι περισσότεροι ευρωσκεπτικιστές της Ομάδας Ευρώπη της Ελευθερίας και Δημοκρατίας (ΕΕΔ – Europe of Freedom and Democracy / EFD) θα ψήφιζαν εναντίον του. Συμπερασματικά, λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία ήταν πολύ πιθανό ότι θα λάμβανε την πλειοψηφία των ψήφων, αλλά δεν ήταν σίγουρο τι είδους πλειοψηφία θα ήταν αυτή.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, ο Μπαρόζο τα πήγε αναπάντεχα καλά, εξασφαλίζοντας την απόλυτη πλειοψηφία με 382 ψήφους υπέρ, 219 κατά και 117 αποχές. Αυτό σήμαινε ότι ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος της Επιτροπής πληρούσε τις προϋποθέσεις που έθετε η τότε ακόμα ισχύουσα Συνθήκη της Λισαβόνας. Εκτός από τις ψήφους του ΕΛΚ και των ΕΣΜ (συνολικά 319), ο Μπαρόζο έλαβε 63 ψήφους επιπλέον. Σύμφωνα με τον Τύπο, αυτές οι επιπλέον ψήφοι προήλθαν κυρίως από την πλειοψηφία των μελών της Ομάδας των ΣΦΔΕ, ενώ ορισμένες προήλθαν κάποια μέλη των ΣκΔ.

Συμπεράσματα και προοπτικές για το μέλλον

Τι μας διδάσκει αυτή η διαδικασία για το μέλλον; Από τη μία πλευρά, υπάρχει μία προοπτική στην οποία μπορούν να συνυπάρξουν όλα τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα. Ήδη το Δεκέμβριο του 2009, μετά από την ήττα στις ευρωεκλογές, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του ΕΣΚ στην Πράγα, οι Σοσιαλιστές αποφάσισαν να προτείνουν τον δικό τους υποψήφιο για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πριν από τις εκλογές του 2014. Από τη μεριά του, το ΕΛΚ θα πρέπει να αναζητήσει τον δικό του υποψήφιο διότι ο Ζοσέ Μανουέλ Μπαρόζο δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για τρίτη θητεία. Είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσουμε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατάσταση, στην οποία τόσο το ΕΛΚ όσο και το ΕΣΚ θα πρέπει να βρουν καινούργιους υποψήφιους. Είναι, ωστόσο, άλλο θέμα εάν η επιλογή τους θα έχει οποιαδήποτε επίδραση στην προεκλογική εκστρατεία των ευρωεκλογών, η οποία διεξάγεται σε κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. ως ξεχωριστό γεγονός που συνδέεται περισσότερο με εθνικά παρά με ευρωπαϊκά ζητήματα. Τέλος, όπως έδειξε η περίπτωση του Μπαρόζο, ενόσω ο ίδιος μαχόταν για την εξασφάλιση της υποστήριξης τόσο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσο και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έπρεπε ταυτόχρονα να ισορροπεί ανάμεσα στο να αντιμετωπιστεί ως κομματικός υποψήφιος προτεινόμενος από το ΕΛΚ και ως υποψήφιος για το μη κομματικό αξίωμα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Παρόλα αυτά, όπως έδειξε το αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας, οι χειρισμοί του Μπαρόζο που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση της υποστήριξης όλων των φιλοευρωπαϊκών πολιτικών οικογενειών, συμπεριλαμβανομένων των Σοσιαλιστών, ήταν αναποτελεσματικοί  και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό μήνυμα για το μέλλον.

Από την άλλη πλευρά, αποδείχθηκε ότι οι κομματικές απόψεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν συνάδουν πάντα με τις αντίστοιχες σε εθνικό επίπεδο. Παρόλο που η προεκλογική διακήρυξη του ΕΣΚ, η οποία ασκούσε δριμεία κριτική στις συντηριτικές πολιτικές που είχε ακολουθήσει ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, υποστηρίχθηκε από όλα τα κόμματα που είναι μέλη του ΕΣΚ, ορισμένα από αυτά υποστήριξαν αργότερα την υποψηφιότητα του Μπαρόζο, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση την ενότητα της σοσιαλιστικής οικογένειας, τουλάχιστον αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Τέλος, θα ήταν μάλλον αδιανόητο να αναμένει κάποιος ότι η πορτογαλική σοσιαλιστική κυβέρνηση και οι Πορτογάλοι ευρωβουλευτές θα αντιτίθεντο στον Μπαρόζο, ακόμα κι αν ο τελευταίος εκπροσωπεί ένα εθνικό κόμμα ενάντια στο οποίο μάχονται σε εθνικό επίπεδο. Το ζήτημα των υποψηφιοτήτων για αξιώματα της Ε.Ε. εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με όρους εθνικού, και όχι κομματικού ή ιδεολογικού, συμφέροντος. Πάνω απ’ όλα, το εκλογικό σώμα δεν αναγνωρίζει τη διασύνδεση ανάμεσα στα συνολικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών και στο διορισμό του Προέδρου της Επιτροπής. Επομένως, εάν πρώτα δεν αλλάξει ο τρόπος αντιμετώπισης των ευρωεκλογών ως αναμέτρηση δεύτερης κατηγορίας, ό,τι κι αν κάνουν τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, οι δράσεις τους θα παραμείνουν άγνωστες στους Ευρωπαίους ψηφοφόρους.

Παραπομπές

European Green Party (EGP) (2009). Resolution adopted by the 10th Council Meeting, Brussels, 29 March. Available at https://www.ecogreens-gr.org/Docs/EGP/Stop_Barroso.pdf.

Gagatek, W. (2009). European Political Parties as Campaign Organizations. Toward a greater politicisation of the European Parliament elections. Brussels: Centre for European Studies. Available at http://www.thinkingeurope.eu/images/dbimages/docs/CESEUPoliticalPartiesWeb.pdf.

Hix, S. (2008). What’s Wrong with the European Union and How to Fix it. Cambridge: Polity Press.

Martens, W. (2009). Press Conference, Brussels, 30 January.

Philips, L. (2009). Barroso holds his own in spectacular brawl with Greens, EU Observer, 10 September.

Available at http://euobserver.com/843/28646.

Taylor, S. (2009). Parliament groups vie to decide Barroso's policies, European Voice, 16 July.

Available at http://www.europeanvoice.com/article/imported/parliament-groups-vie-to-decide-barroso-s-policies/65501.aspx.

Copyright © 2011 idkaramanlis | All rights reserved.

Επικοινωνία

Πειραιώς 62
18346, Μοσχάτο
Τηλ. 2109444303
Fax. 2109444860
e-mail: info[at]idkaramanlis[dot]gr